παρρησιαστης


παρρησιαστης
    παρρησιαστής
    παρ-ρησιαστής
    -οῦ 2
    ὅ откровенно высказывающийся, прямодушный человек Arst., Luc., Diod.

Древнегреческо-русский словарь - М.: ГИИНС. . 1958.

Смотреть что такое "παρρησιαστης" в других словарях:

  • παρρησιαστής — outspoken person masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • παρρησιαστής — ὁ, Α [παρρησιάζομαι] αυτός που μιλά με παρρησία …   Dictionary of Greek

  • παρρησιασταί — παρρησιαστής outspoken person masc nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • παρρησιαστήν — παρρησιαστής outspoken person masc acc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • παρρησιαστάς — παρρησιαστά̱ς , παρρησιαστής outspoken person masc acc pl παρρησιαστά̱ς , παρρησιαστής outspoken person masc nom sg (epic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ακαιροπαρρησιαστής — ἀκαιροπαρρησιαστής, ο (Μ) αυτός που ελευθεροστομεί σε ακατάλληλες περιστάσεις. [ΕΤΥΜΟΛ. < ἄκαιρος + παρρησιαστής] …   Dictionary of Greek

  • φιλοπαρρησιαστής — οῡ, ὁ, Α αυτός που αγαπά την ειλικρίνεια, φιλαλήθης. [ΕΤΥΜΟΛ. < φιλ(ο) * + παρρησιαστής «αυτός που μιλά με παρρησία» (< παρρησιάζομαι)] …   Dictionary of Greek


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.